Η κυβερνητική ρύθμιση για τον ν. 3869/2010-
---------
Η κυβερνητική πρωτοβουλία για τον ν. 3869/2010 είναι η καθυστερημένη ομολογία ότι η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να αποδεχθεί αυτό που επί είκοσι ημέρες προσπαθούσε να σχετικοποιήσει. Πίσω από το επικοινωνιακό περίβλημα της «ανάσας» και της «μεγαλύτερης προστασίας», νομοθετεί τα αυτονόητα που ήδη προέκυπταν από την ΟλΑΠ 6/2026 και, ταυτόχρονα, επιχειρεί να περιορίσει τις συνέπειές της με δύο κρίσιμες εξαιρέσεις.
1. Επιβεβαιώνει τον τρόπο εκτοκισμού που η Ολομέλεια ΑΠ είχε ήδη κρίνει, ότι δηλαδή ο τόκος υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης που έχει οριστεί από τη δικαστική απόφαση και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου της οφειλής. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι ο τόκος αφορά μόνο το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών καταβολών, με ειδική πρόβλεψη τριάντα ημερών για την πρώτη δόση. Τούτο συνιστά νομοθετική συμμόρφωση με το περιεχόμενο της απόφασης και ουδόλως κυβερνητική γενναιοδωρία.
2. Προβλέπεται ότι τα υπερβάλλοντα ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί δεν επιστρέφονται ως χρήματα στον δανειολήπτη, αλλά αναγνωρίζονται ως καταβληθέν κεφάλαιο και αφαιρούνται από τις τελευταίες κατά χρονολογική σειρά δόσεις, μειώνοντας τον αριθμό των εναπομενουσών καταβολών. Θεσπίζεται δηλαδή ένας πρακτικός μηχανισμός εφαρμογής της απόφασης στο πλαίσιο κανονιστικής συμμόρφωσης.
3. Η κυβέρνηση ούτε θεσπίζει ούτε χαρίζει την «αναδρομικότητα» της απόφασης. Η αναδρομικότητα είναι αυτονόητη συνέπεια της ερμηνευτικής κρίσης της Ολομέλειας. Η απόφαση δεν δημιούργησε νέο κανόνα από τη δημοσίευση της και εφεξής. Ερμήνευσε ποιος ήταν εξαρχής ο νόμιμος τρόπος εκτοκισμού των αποφάσεων του ν. 3869/2010.
Ταυτόχρονα, όμως, η κυβέρνηση εισάγει δύο εξαιρέσεις που δεν έθεσε ο Άρειος Πάγος.
1. Η πρώτη αφορά τις ρυθμίσεις που έχουν περατωθεί ή εκείνες για τις οποίες έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις έκπτωσης. Για αυτές προβλέπεται ότι τυχόν καταβληθέντα ποσά δεν αναζητούνται αναδρομικά. Η εξαίρεση είναι σοβαρά προβληματική. Ο δανειολήπτης που επί χρόνια κατέβαλε ποσά υπολογισμένα με εσφαλμένη βάση εκτοκισμού δεν μπορεί να αποκλείεται επειδή υπήρξε συνεπής και αποπλήρωσε τη ρύθμισή του. Ούτε μπορεί να αποκλείεται εκείνος που οδηγήθηκε σε αδυναμία πληρωμής ακριβώς λόγω διογκωμένων δόσεων, οι οποίες δεν έπρεπε εξαρχής να έχουν υπολογιστεί με αυτόν τον τρόπο. Διαφορετικά, η κυβέρνηση νομιμοποιεί εκ των υστέρων τις συνέπειες του ίδιου λάθους που υποτίθεται ότι διορθώνει.
2. Η δεύτερη εξαίρεση αφορά τα άλλα εργαλεία ρύθμισης, ιδίως τον ν. 4605/2019 και τον εξωδικαστικό μηχανισμό, όπου η δόση εξακολουθεί να υπολογίζεται τοκοχρεολυτικά επί του συνολικού ποσού της ρυθμιζόμενης οφειλής. Η διαφορετική νομική φύση των εργαλείων αυτών δεν μπορεί να οδηγεί σε οριζόντιο αποκλεισμό κάθε ελέγχου της μεθοδολογίας υπολογισμού. Ιδίως στον ν. 4605/2019, όπου προβλέπεται κρατική επιδότηση, το ζήτημα αφορά και το Δημόσιο. Αν η δόση ενσωματώνει αυξημένη τοκοχρεολυτική επιβάρυνση, τότε το Δημόσιο δεν επιδοτεί απλώς την προστασία του οφειλέτη, αλλά ενδέχεται να επιδοτεί αυξημένες μη νόμιμες χρηματοοικονομικές αποδόσεις υπέρ των πιστωτών.
Συμπερασματικά, η κυβέρνηση νομοθετεί τα αυτονόητα, αλλά ταυτόχρονα επιχειρεί να περιορίσει τις συνέπειες της απόφασης της Ολομέλειας. Λύνει την αμφισβήτηση που η ίδια πολιτικά επέτρεψε να ανοίξει και εισάγει εξαιρέσεις που πρέπει να ελεγχθούν αυστηρά υπό το πρίσμα της ΟλΑΠ 6/2026, της ισότητας των δανειοληπτών και της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος.



Δημοσίευση Σχολίου